εφήμερο


εφήμερο
(ephemera). Γένος εντόμων της υπέρταξης των εφημεροπτέρων. Το ώριμο άτομο έχει σώμα λείο, δύο κοντές κεραίες στο κεφάλι, σύνθετους οφθαλμούς, τρία οφθαλμίδια, ενώ διαθέτει ατροφικά στοματικά εξαρτήματα μασητικού τύπου χωρίς λειτουργία. Οι πτέρυγες έχουν μεμβρανώδη σύσταση και γι’ αυτό είναι πολύ μαλακές: οι μπροστινές, τριγωνικές, είναι περισσότερο ανεπτυγμένες από τις πίσω και σε μερικά, όπως στο Cleon dipterum, οι οπίσθιες ατροφούν τελείως. Τα πόδια του πρώτου ζεύγους είναι πιο μακριά. Η κοιλιά απολήγει σε τρεις σκληρές ουραίες τρίχες ή κέρκους. Το ώριμο έντομο ζει από μία ώρα έως λίγες ημέρες· εξαιτίας του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού προέρχεται η ονομασία του. Τα ε. πεθαίνουν μετά τη γαμήλια πτήση και αφού αποθέσουν πολλά αβγά στο νερό. Οι προνύμφες μοιάζουν αρκετά με το ώριμο άτομο αλλά δεν έχουν φτερά, τα οποία αναπτύσσονται μόνο στα προτελευταία από τα είκοσι στάδια της πλήρους μεταμόρφωσης του εντόμου. Οι προνύμφες αναπνέουν στο νερό με επτά ζεύγη κοιλιακών βραγχίων, χάρη στα οποία η προνυμφική ζωή διαρκεί δύο έως τρία χρόνια. Η πρώτη φτερωτή μορφή, η οποία προέρχεται από το προηγούμενο νυμφικό στάδιο, δεν είναι οριστική. Στη φάση αυτή το ε. έχει σκούρες γκρίζες πτέρυγες με ένα κρόσσι τριχών και διατηρείται από μερικά λεπτά έως μερικές μέρες· από αυτήν προκύπτει η οριστική μορφή με τα διαφανή φτερά. Η ιδιαίτερη μορφή ανάπτυξής της, η οποία εμφανίζει κατά την πορεία της μεταμόρφωσης δύο διαφορετικές φτερωτές μορφές, καλείται προμετάβολος. Οι προνύμφες των ε. είναι σαρκοφάγες: για να βρουν την τροφή τους, είτε σκάβουν στοές στη λάσπη με τις ισχυρές άνω γνάθους είτε έρπουν στον βυθό είτε κολυμπούν στα ήσυχα νερά. Ύστερα από δύο ή τρία χρόνια υδρόβιας ζωής, οι προνύμφες μεταφέρονται στην επιφάνεια για να πραγματοποιήσουν τις δύο τελευταίες φάσεις της μεταμόρφωσής τους, από τις οποίες παράγεται το ώριμο έντομο. Το εφήμερο έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης των εντομολόγων για τις συνθήκες της ζωής του και τον τρόπο της αναπαραγωγής του. Εφήμερο, έντομο του οποίου η ονομασία οφείλεται στο βραχύ διάστημα της ζωής του. Αριστερά, η πρώτη φτερωτή μορφή, δεξιά η τελειωτική μορφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αρθρόποδα — Φύλο ασπόνδυλων που ονομάζονται έτσι επειδή έχουν αρθρωτά πόδια. Στην πραγματικότητα όχι μόνο τα πόδια, αλλά ολόκληρο το σώμα τους αποτελείται από διάφορα τμήματα (άρθρα) που συνδέονται μεταξύ τους με αρθρώσεις ποικίλου σχήματος και κινητικότητας …   Dictionary of Greek

  • Μακεδονία — Ιστορική γεωγραφική περιοχή (34.203 τ. χλμ., 2.424.764 κάτ.) της Βόρειας Ελλάδας, της οποίας καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος. Εκτείνεται μεταξύ της οροσειράς της Πίνδου στα Δ, που τη χωρίζει από την Ήπειρο, και του ποταμού Νέστου στα Α, που τη… …   Dictionary of Greek

  • επιβάλλω — (AM ἐπιβάλλω) 1. ορίζω ως ποινή ή ως πρόστιμο («επιβάλλω ποινή, πρόστιμο, ζημίην, φυγήν, άργύριον» κ.λπ.) 2. απρόσ. ἐπιβάλλεται (Α ἐπιβάλλει) είναι απαραίτητο να, πρέπει να... 3. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το επιβάλλον α. νεοελλ. i. η… …   Dictionary of Greek

  • κοινόβιος — α, ο (AM κοινόβιος, ον) 1. αυτός που ζει από κοινού με άλλους 2. το ουδ. ως ουσ. το κοινόβιο(ν) α) εκκλ. το μοναστήρι στο οποίο διαμένουν πολλοί μοναχοί οι οποίοι ακολουθούν κοινή λατρεία, έχουν κοινή κατοικία και διατροφή και διοικούνται από… …   Dictionary of Greek

  • κοσμολογία — Κλάδος της φιλοσοφίας που εξετάζει γενικά το ον και το σύνολο του σύμπαντος, στην προσπάθεια να εναρμονίσει τις ποικίλες όψεις του που αποτελούν αντικείμενο των επιμέρους επιστημών. Από ιστορική άποψη, οι διάφορες κ. συνδέονται αναπόσπαστα με τη… …   Dictionary of Greek

  • μετεωρικός — ή, ό [μετέωρος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε μετέωρο ή προέρχεται από μετέωρο («μετεωρικός κρατήρας» κρατήρας που σχηματίζεται από την πτώση μεγάλου μετεωρίτη) 2. αυτός που έχει τον εφήμερο χαρακτήρα μετεώρου 3. φρ. α) «μετεωρικό νερό»… …   Dictionary of Greek

  • πατριάρχης — Ο αρχηγός της πατριάς, όνομα που στην Παλαιά Διαθήκη αποδίδεται στους απώτερους προπάτορες των Εβραίων. Οι π. εκείνοι διακρίνονται σε προκατακλυσμιαίους (από τον Αδάμ έως το Νώε, δέκα συνολικά) και σε μετακατακλυσμιαίους (από τον Σημ, γιο του Νώε …   Dictionary of Greek

  • όγκωμα — το (ΑΜ ὄγκωμα) [ογκώ] εξόγκωμα, διόγκωση, πρήξιμο νεοελλ. ανατ. υβοειδής προεξοχή οστού (α. «όγκωμα βραχιόνων» ονομασία δύο επαρμάτων τα οποία βρίσκονται στο άνω άκρο τού βραχιόνιου οστού β. «γενειακό όγκωμα» στρογγυλό έπαρμα που βρίσκεται στο… …   Dictionary of Greek

  • Γκογκέν, Πολ — (Paul Gauguin, Παρίσι 1848 – Ατουάνα, νησιά Μαρκέσας 1903).Γάλλος ζωγράφος. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους αναμορφωτές της μοντέρνας ζωγραφικής με ευρύτατη επίδραση σε πολλά πρωτοποριακά ρεύματα του 20ού αι. Άρχισε να ζωγραφίζει μετά τα 25 του… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.